ὠφέλιμος


ὠφέλιμος
ὠφέλιμος, оν выгодный, полезный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὠφέλιμος" в других словарях:

  • ὠφέλιμος — helping masc nom sg ὠφέλιμος helping masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ωφέλιμος — η, ο / ὠφέλιμος, ον, ΝΜΑ, θηλ. σπαν. και ίμη, ΜΑ 1.αυτός που ωφελεί, επωφελής, χρήσιμος (α. «η άθληση είναι ωφέλιμη για το σώμα» β. «τὸ καλὸν ἔργον ἀγαθόν τε καὶ ὠφέλιμον», Πλάτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το ωφέλιμο ωφέλεια, χρησιμότητα (α. «τί το… …   Dictionary of Greek

  • ωφέλιμος — [офэлимос] εκ. полезный, выгодный, прибыльный.end …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ωφέλιμος — η, ο 1. αυτός που φέρνει ωφέλεια, ο επικερδής, ο επωφελής, ο χρήσιμος: Να διαβάζετε ωφέλιμα βιβλία. 2. το ουδ. ως ουσ., ωφέλιμο ωφέλεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὠφελιμώτερον — ὠφέλιμος helping adverbial comp ὠφέλιμος helping masc acc comp sg ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc comp sg ὠφέλιμος helping masc acc comp sg ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc comp sg ὠφέλιμος helping adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠφελιμωτάτων — ὠφέλιμος helping fem gen superl pl ὠφέλιμος helping masc/neut gen superl pl ὠφέλιμος helping fem gen superl pl ὠφέλιμος helping masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠφελιμωτέρων — ὠφέλιμος helping fem gen comp pl ὠφέλιμος helping masc/neut gen comp pl ὠφέλιμος helping fem gen comp pl ὠφέλιμος helping masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠφελιμώτατα — ὠφέλιμος helping adverbial superl ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc superl pl ὠφέλιμος helping adverbial superl ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠφελιμώτατον — ὠφέλιμος helping masc acc superl sg ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc superl sg ὠφέλιμος helping masc acc superl sg ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠφελίμως — ὠφέλιμος helping adverbial ὠφέλιμος helping masc acc pl (doric) ὠφέλιμος helping adverbial ὠφέλιμος helping masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠφέλιμον — ὠφέλιμος helping masc acc sg ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc sg ὠφέλιμος helping masc/fem acc sg ὠφέλιμος helping neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)